θλαδίας


θλαδίας
θλαδίας, ὁ (Α)
ευνούχος, αυτός που έχει «εκτεθλασμένους», σπασμένους τους όρχεις, «εκτομίας».
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. θλαδίας (< θλώ) και θλαδιώ* πρέπει να σχηματίστηκαν αναλογικά προς το φλαδιώ, παράλληλο τ. τού φλω = θλω (πρβλ. και κλάδος/κλω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θλαδίας — θλαδίᾱς , θλαδίας eunuch masc acc pl θλαδίᾱς , θλαδίας eunuch masc nom sg (attic epic doric aeolic) θλαδίᾱς , θλαδιάω make imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλαδιᾶν — θλαδίας eunuch masc gen pl (doric aeolic) θλαδιάω make pres part act masc voc sg (doric aeolic) θλαδιάω make pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) θλαδιάω make pres part act masc nom sg (doric aeolic) θλαδιᾶ̱ν , θλαδιάω make pres inf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλαδίαις — θλαδίας eunuch masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλαδίου — θλαδίας eunuch masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλαδίαν — θλαδίᾱν , θλαδίας eunuch masc acc sg (attic epic doric aeolic) θλαδίας eunuch masc acc sg θλαδίᾱν , θλαδιάω make imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) θλαδίᾱν , θλαδιάω make imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • TESTIBUS (super) Aprinis Herculi juratum — super TESTIBUS Aprinis Herculi juratum docet Pausan. sicque foedus factum cum Nelei liberis. l. 4. Civius iuramenti inde sollemnis omnibus Athletis, eorum parentibus, fratribus, Gymnasiarchis, ad Olympiacos Lduos rite faciendos, idem meminit, l.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • THLADIAS seu THLASIAS — THLADIAS, seu THLASIAS ex Graeco Θλαδίας dicitur, cui testiculi contusi conquaslatique sunt; Sicut Thlibiae dicti, Graece Θλιβίαι, quibus il contriti. Quod fiebat in infantia fotu calidae aquae et manuum attritione, donec evanescerent, ut hôc… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • θλαδιώ — θλαδιῶ, άω (Α) [θλαδίας] καθιστώ κάποιον ευνούχο …   Dictionary of Greek

  • θλιβίας — ο (ΑΜ θλιβίας) [θλίβω] θλαδίας, ευνούχος …   Dictionary of Greek

  • θλω — (Α θλῶ, άω) 1. συντρίβω, σπάζω, τσακίζω νεοελλ. φρ. «τεθλασμένη γραμμή» η γραμμή που σύγκειται από πολλές ευθείες οι οποίες συνδέονται γωνιωδώς και επομένως αποτελείται από ευθεία που θραύεται κατ επανάληψη αρχ. 1. (για φωνή) σχίζω τ αφτιά,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.